Πέμπτη, Νοεμβρίου 17, 2005

ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΠΑΡΤΥ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ Διήγημα καθημερινής φαντασίας

Η τηλεόραση αναμμένη, ένας Θεός ξέρει από πότε. Πρέπει ν' αγοράσω μια καινούργια με χρονοδιακόπτη, μονολογεί κι ετοιμάζεται για το μπάνιο. Ο θόρυβος της βρύσης που τρέχει και η επαφή με το νερό τον επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Με αργά βήματα κατευθύνεται στην κουζίνα. Μπερδεύεται στο λάστιχο της ηλεκτρικής σκούπας και για ακόμη μια φορά γλιτώνει στο τσακ το σώμα του από κάτι άσχημο. Θεωρεί άσκοπο να ουρλιάξει και αποφασίζει πως αφού πιει καφέ θα τη μεταφέρει στη μεταλλική ντουλάπα στο μπαλκόνι. Εξάλλου δεν τη χρησιμοποιεί και πολύ. Κάποτε πρέπει να ταχτοποιηθεί αυτό το χάος, γιατί πέρα απ' την ένταση που δημιουργεί η ακαταστασία, αρχίζει να γίνεται και επικίνδυνο. Το κουταλάκι γεμάτο αρωματικό μίγμα καφέ πέφτει στο φίλτρο και το κλικ της καφετιέρας του δίνει πέντε λεπτά καιρό να ρίξει κάτι πάνω του και να κατεβεί για εφημερίδα.
Στο ασανσέρ, η συνηθισμένη κατάσταση του ρίχνει ένα πρώτο touch βρωμιάς. Βγαίνοντας στο δρόμο, το καρέ δυσοσμίας και βρωμιάς συμπληρώνεται απ' τον υπερπλήρη κάδο σκουπιδιών με την απαραίτητη φυσικά γαρνιτούρα γύρω του. Ο ψιλικατζής με μια υποτιμητική ματιά κι ένα νεύμα απαξίωσης του λεει με ύφος έντονο ότι δε μπορεί να αγοράσει εφημερίδα με πενηντάρικο και ουσιαστικά τον διαολοστέλνει. Τσατισμένος και με την υπόσχεση, για ακόμη μια φορά στον εαυτό του, ότι δε θα ξαναψωνίσει απ’ αυτόν το μαλάκα, σέρνει τα βήματα του μέχρι το περίπτερο, στην άλλη άκρη του δρόμου. Φορτωμένος και με κάνα δυο "ενδιαφέροντα" σιντί που βρήκε σε προσφορά από παλιά περιοδικά και με την τσέπη της φόρμας του αρκετά ελαφρύτερη, παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Ακόμη και τα πιο απλά πράματα, σ’ αυτή την κωλοπόλη που έχουμε στριμωχτεί, γίνονται επικίνδυνες αποστολές σκέφτεται. Με μια ματιά στα σιντί και με τη σκέψη αυτή παραμάσχαλα, για ακόμη μια φορά, προσπαθεί να ξορκίσει το παρακμιακό σκηνικό πού έχει μπροστά του. Η βρώμα της χαλασμένης αποχέτευσης, σε συνδυασμό με τις ροχάλες που αμολάει το κωλόπαιδο απ' τον τρίτο στο ασανσέρ και τα λάδια στο διάδρομο απ’ τις σχισμένες σακούλες σκουπιδιών, δημιουργούν μια κατάσταση που όμοιά της συναντάς μόνο σε αστικά μεταπυρηνικά σκηνικά τύπου Μάντ Μαξ.
Η εικόνα του σπιτιού του, ή μάλλον η σιγουριά ότι τις επόμενες ώρες δεν πρόκειται να τον ενοχλήσει κανείς, πρόσκαιρα τον ηρεμεί. Μπαίνοντας στην κουζίνα όμως για να κάνει, μ' ένα φλιτζάνι καφέ, την αρχή της ευτυχούς συνέχειας, το μάτι του πέφτει στο πλυντήριο και αισθάνεται το κορμί του σιγά σιγά να παγώνει. Γαμώτο μου! το κωλοπλυντήριο, θέλει άδειασμα! Αργά το βράδυ πρέπει να τέλειωσε το πλύσιμο και τώρα πρέπει κάποιος να το αδειάσει και να απλώσει τα ρούχα του. Συντρίμμια! Η συμπληρωματική σκέψη όμως της τεράστιας αξίας του πλυντηρίου, απαλύνει κάπως τον πόνο του και τον οδηγεί στο μπάνιο, στην επίσημη κατοικία της μεγάλης κόκκινης πλαστικής λεκάνης. Ο καλός καιρός αλλά και η θέα απ' τον πέμπτο ομορφαίνουν κάπως τις στιγμές του απλώματος και τον κάνουν να αποφασίσει ότι τον καφέ και την εφημερίδα θα τα απολαύσει στο παράξενα για την εποχή ανοιξιάτικο μπαλκόνι του.
Όλη την ώρα του απλώματος του κρατάει συντροφιά μια πανέμορφη γκριζόμαυρη δεκαοχτούρα, απ' αυτές που είναι γεμάτη η γειτονιά του. Πάει κοντά της αλλά αυτή δεν τρομάζει. Λες νάναι μια απ' τις δύο που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στη γλάστρα με το κρεμαστό; Αναρωτιέται στιγμιαία. Στην προσπάθειά του όμως να την πλησιάσει κι άλλο, την βλέπει να φεύγει ψηλά αφήνοντας μια ωραία κουτσουλιά στο πεντακάθαρο σεντόνι. Θεωρεί πως είναι ψευδαίσθηση και πως δεν συνέβη αυτό που μόλις είδε και γυρνάει απ' την άλλη σίγουρος ότι όταν ξανακοιτάξει το σεντόνι θα είναι καθαρό όπως λίγο πριν. Μάταια όμως, το σεντόνι εξακολουθεί να είναι λερωμένο.
Πλέον το πρωινό του έχει αρχίσει να παίρνει τον δρόμο της καταστροφής. Πριν όμως το αποφασίσει, βάζει κάτω απ' τη βρύση το σεντόνι, το ξεπλένει και το βάζει στην κόκκινη λεκάνη με απορρυπαντικό για το χέρι. Βάζει γρήγορα καφέ και με την εφημερίδα στο άλλο χέρι κατευθύνεται για την άλλη πλευρά του μπαλκονιού, αποφασισμένος να μην κάνει τίποτα άλλο πέρα απ' το να πίνει καφέ και να διαβάζει εφημερίδα μετά ελαφράς μουσικής.
Ευσεβείς πόθοι! Σε κλάσματα δευτερολέπτου ακούγεται το κουδούνι απ' το θυροτηλέφωνο. Δεν απαντώ που να σκάσει σκέφτεται και απλώνει τα πράματα στο τραπέζι.
Έτσι που χτυπάει συνέχεια όμως, είναι τόσο ενοχλητικό που δεν του επιτρέπει να μείνει πιστός στην υπόσχεση που έδωσε λίγο πριν στον εαυτό του. Με δυο βήματα φτάνει στην πόρτα και γεμάτος τσατίλα εξαπολύει προς το ακουστικό ένα πολεμικό ΝΑΙΑΙΑΙ! Ήταν ο φίλος του ο Μήτσος. Έλα ρε τι έγινε; Του λεει με βαριά καρδιά. "Τι να γίνει φιλαράκι; Καλά! Απλά περνούσα απ’ τη γειτονιά σου και όπως περίμενα στο φανάρι, δίπλα μου ήταν παρκαρισμένο το αμάξι σου και πρόσεξα ότι είχε ξεφουσκωμένο το ένα του λάστιχο. Επειδή ξέρω ότι δεν το πολυκουνάς, σκέφτηκα ότι ίσως να μην το έχεις δει και πριν καταστραφεί εντελώς και θες καινούργιο, θεώρησα καλό να σου το πω. Φεύγω όμως τώρα γιατί βιάζομαι. Άντε τσάο!"
Κόκαλο! Ω ρε πούστη και το χρειαζόμουνα το αμάξι σήμερα. Άντε τρέχα τώρα!
Μ’ αυτές τις σκέψεις και με την τρίχα σηκωμένη στην πέτσα του κάθεται στην πολυθρόνα του μπαλκονιού μπροστά στον θρυλικό πλέον καφέ και την ακόμη πιο θρυλική εφημερίδα του. Τραβάει μια γερή ρουφηξιά κι επιτέλους ρίχνει την πρώτη του ματιά στην εφημερίδα. Το πρωτοσέλιδο πολεμικό: "Σε αστυνομικό κλοιό το κέντρο της Αθήνας από το φόβο επέμβασης των αναρχικών στην σημερινή πορεία του πολυτεχνείου!" Για λίγα λεπτά παραμένει ανέκφραστος. Αν μπορούσε να δει το πρόσωπό του θα έβλεπε ότι είχε αλλάξει σε ένα λεπτό όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Πριν όμως ολοκληρώσει μια σκέψη που είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο μυαλό του, ακούγεται το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Αργά και αρκετά βαριεστημένα πλησιάζει τη συσκευή και σηκώνει το ακουστικό. Ένα άηχο "ναι" βγαίνει χωρίς καμιά όρεξη απ’ το στόμα του. Στην άλλη άκρη του σύρματος ήταν η καλή του. "Έλα αγάπη μου... Χρόνια πολλά για τα γενέθλιά σου! Να τα κατοστήσεις! Το είδες το δώρο; Σου άρεσε; Εγώ μέχρι το βράδυ θα είμαι στη δουλειά, εσύ τι θα κάνεις;"
.....................................................
"Α και μην απλώσεις τα ρούχα, θα τα απλώσω εγώ. Απλά άνοιξε λίγο το πλυντήριο να μη μυρίσουν.........."

ληστές

11 σχόλια:

Angelito είπε...

Να ζήσεις amig0 και Χρόνια Πολλά!...

mindstripper είπε...

Τα σέβη μου. Τί κόμεντ μπορώ να κάνω με μία τέτοια ημερομηνία γέννησης... (σοφότατη, τελικώς, η επιλογή του nick σου) :-P

Υγεία πάνω απ' όλα.
Ν' αγαπάς και να σ' αγαπούν. :)

ViSta είπε...

Χρονια σου πολλά!
Δεν ειναι ρεαλιστικο να νομιζει κανεις οτι στα γεννεθλεια του ολα θα ειναι ονειρικα πλασμενα και θα χαμογελουν...
Μετα ομως απο μια τετοια αρχη η μερα μονον καλυτερα μπορει να συνεχιστει.

Να εισαι καλα :-)

Juanita La Quejica είπε...

Να περάσεις όμορφα, κάτι που είναι σίγουρο! Γιατί φαίνεται ότι αγαπιέσαι, διαφορετικά θα σου είχε ζητήσει όχι μόνο να τα απλώσεις, αλλά να τα σιδερώσεις κιόλας! Να χαίρεστε λοιπόν ο ένας τον άλλον!

Angelito είπε...

Amigo to κείμενο ας πούμε ότι μυρίζει Αθήνα, ο καιρός του όμως με τίποτα!...

0 Comments είπε...

#Angelito 1 Graciassss!!!
#mindstripper EYΧΑΡΙΣΤΩ!
# ViSta Thanx!
# Juanita La Quejica Σ' ευχαριστούμε
#Angelito 2 Είσαι γάτος!

neraida είπε...

Χρόνια πολλά, χρόνια καλά, γεμάτα με φανταστικές καθημερινότητες!

Αυτά είναι πάρτυ γενεθλίων! Τι να λέμε τώρα :)

Herco είπε...

Χρονια Πολλα και ελπιζω να μην ξεχασες να ανοιξεις το πλυντηριο... :-)

Maiandros είπε...

Καθυστερημένα αλλά ειλικρινείς ευχές για Χρόνια Καλά, πρωτίστως, και Πολλά!

Σε κάποια φάση νόμιζα πως μου κάνεις μια περίεργη πλάκα... Έχω το πλυντήριο γεμάτο από προχθές (!), αλλά με ανοιχτό το πορτάκι (ουφ!), μένω στον πέμπτο όροφο, μου χάραξαν το καθρεφτάκι του αυτοκινήτου, η εφημερίδα είναι στο περιτύλιγμά της από την Κυριακή και δεν την έχω πιάσει ακόμα και κάτι περιστέρια που αναζήτησαν καταφύγιο από τη βροχή μου έχουν κάνει το μπαλκόνι στάβλο...

0 Comments είπε...

#neraida thanx! thanx!
#Τελαμωνα Στόκε Μιλ μερσί! Όχι δεν το ξέχασα!
#Maiandros Ευχαριστώ πολλλύ διά τας ευχάς. Όσο για την σύμπτωση ....Βίοι παράλληλοι. Τι να πεις;

Citronella είπε...

Ακόμα πιο καθυστερημένη,
Χρόνια Πολλά κι Ευτυχισμένα!